Οι νέοι πίνακες του ΑΣΕΠ ήρθαν να θυμίσουν με τον πιο εμφατικό τρόπο κάτι που εμείς, οι αναπληρώτριες και οι αναπληρωτές, γνωρίζουμε ήδη από την καθημερινότητά μας: στην εκπαίδευση μπορεί να αλλάζουν οι κυβερνήσεις, οι υπουργοί και οι διακηρύξεις, αλλά η επισφάλεια παραμένει σταθερή. Εργαζόμαστε επί χρόνια μέσα στις τάξεις, καλύπτουμε πάγιες και διαρκείς ανάγκες των σχολείων, μετακινούμαστε από περιοχή σε περιοχή και κάθε καλοκαίρι απολυόμαστε για να επιστρέψουμε το φθινόπωρο στην ίδια αβεβαιότητα. Και τώρα καλούμαστε ξανά να μετρήσουμε τη θέση μας σε έναν πίνακα. Μαζί και να ξαναμετρήσουμε την «αξία» μας.
Γιατί αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό αποτέλεσμα του προσοντολογίου. Η εργασία δεν αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα, αλλά ως έπαθλο ενός αέναου διαγωνισμού. Το πτυχίο μας δεν αρκεί. Η προϋπηρεσία μας δεν κατοχυρώνει. Πάντα υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να αποκτήσουμε: ένα μεταπτυχιακό, μια πιστοποίηση, ένας ακόμη τίτλος, μερικά ακόμη μόρια. Όχι επειδή τα σχολεία έχουν ξαφνικά ανάγκη από περισσότερους τίτλους, αλλά επειδή το σύστημα έχει ανάγκη από περισσότερους ανταγωνιστές.
Κάπως έτσι η «αξιοκρατία» αποκαλύπτει το πραγματικό της περιεχόμενο. Δεν πρόκειται για μια δίκαιη πρόσβαση στην εργασία, αλλά για έναν διαρκή διαγωνισμό μεταξύ μας, όπου καλούμαστε κάθε φορά να αποδείξουμε ποια και ποιος αξίζει περισσότερο να εργαστεί. Την ίδια στιγμή, οι ανάγκες των σχολείων παραμένουν σταθερές και οι θέσεις εργασίας υπάρχουν, αλλά αντί να καλύπτονται με μόνιμο προσωπικό, διατηρούνται σκόπιμα ως πεδίο διαρκούς αναμονής, ανταγωνισμού και επισφάλειας. Η συλλογική ανάγκη μετατρέπεται σε ατομικό αγώνα. Και η ευθύνη μεταφέρεται από την πολιτική της αδιοριστίας σε εμάς: δεν εργάζεσαι επειδή δεν έχεις αρκετά προσόντα, δεν ανεβαίνεις επειδή δεν προσπάθησες αρκετά, δεν διορίζεσαι επειδή κάποιος άλλος κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερα μόρια.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πιο αποτελεσματικό τρόπο για να μετατραπεί ένα συλλογικό πρόβλημα σε προσωπική αποτυχία.
Την ίδια στιγμή, καλούμαστε να πληρώνουμε όλο και περισσότερο για να παραμείνουμε «ανταγωνιστικοί». Η αγωνία για μια θέση εργασίας δημιουργεί μια ολόκληρη αγορά τίτλων, πιστοποιήσεων και κάθε είδους προσόντων, πολλά από τα οποία έχουν περιορισμένη ή αμφίβολη παιδαγωγική αξία. Η ανάγκη για εργασία γίνεται οικονομική επένδυση του ίδιου του εργαζομένου στον εαυτό του.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο βαθιές αντιφάσεις του συστήματος: το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη να εξασφαλίσει μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό για τις σταθερές ανάγκες της εκπαίδευσης, ενώ εμείς αναλαμβάνουμε όλο και μεγαλύτερο κόστος για να αποδείξουμε ότι αξίζουμε να εργαστούμε. Η επισφάλεια δεν είναι απλώς ένα αποτέλεσμα. Είναι μηχανισμός που παράγει πειθαρχημένους, διαρκώς διαθέσιμους και διαρκώς ανταγωνιστικούς εργαζόμενους και εργαζόμενες.
Οι νέοι πίνακες είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από έναν πίνακα κατάταξης. Είναι ένας καθρέφτης της εργασιακής πραγματικότητας που οικοδομήθηκε στην εκπαίδευση. Μιας πραγματικότητας όπου οι ανάγκες των σχολείων παραμένουν μόνιμες, ενώ εμείς που τις καλύπτουμε παραμένουμε προσωρινοί. Όπου η μετακίνηση από περιοχή σε περιοχή, η απόλυση κάθε καλοκαίρι και η αναμονή της επόμενης πρόσληψης παρουσιάζονται περίπου ως φυσιολογικά στάδια μιας εκπαιδευτικής διαδρομής.
Αυτή η «κανονικότητα» δεν είναι φυσική. Είναι πολιτική επιλογή.
Και έχει ιστορία. Το προσοντολόγιο θεσμοθετήθηκε με τον ν. 4589/2019 από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, επί υπουργίας Γαβρόγλου. Δεν πρόκειται, επομένως, για μια πολιτική που εμφανίστηκε από το πουθενά και αποτελεί αποκλειστικά δημιούργημα της σημερινής κυβέρνησης. Η Νέα Δημοκρατία έχει πλήρη πολιτική ευθύνη για τη διατήρηση και την εμβάθυνση αυτού του πλαισίου. Έχει όμως σημασία να μην ξαναγράφεται η ιστορία και να μην ξεχνάμε ότι η ίδια η λογική της μετατροπής της μόνιμης εργασίας σε διαρκή ανταγωνισμό προσόντων θεσμοθετήθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ιδιαίτερα σήμερα, όταν πρόσωπα και πολιτικοί χώροι που συμμετείχαν τότε στη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής εμφανίζονται ως οι εκφραστές της αμφισβήτησής της.
Το ζήτημα, όμως, είναι βαθύτερο από τα πρόσωπα. Είναι η ίδια η λογική που αντιμετωπίζει την εκπαίδευση με όρους αγοράς και τον εκπαιδευτικό ως ατομική «επένδυση» που πρέπει διαρκώς να αυξάνει την αξία του. Μας θέλει ευέλικτες, κινητικούς, διαρκώς αξιολογούμενες, διαρκώς διαθέσιμους και διαρκώς φοβισμένες.
Απέναντι σε αυτή τη λογική δεν αρκεί να ζητάμε έναν δικαιότερο ανταγωνισμό. Χρειάζεται να αμφισβητήσουμε τον ίδιο τον ανταγωνισμό ως τρόπο οργάνωσης της εργασίας.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποια ή ποιος θα βρεθεί ψηλότερα στον επόμενο πίνακα. Είναι γιατί, ενώ εργαζόμαστε επί χρόνια καλύπτοντας πάγιες ανάγκες των σχολείων, πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύουμε ότι αξίζουμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε.
Οι πίνακες αλλάζουν. Τα μόρια ανακατανέμονται. Οι θέσεις μετακινούνται. Η ανασφάλεια, όμως, παραμένει στη θέση της.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο καθαρή εικόνα της σημερινής εκπαιδευτικής πολιτικής: ένα σχολείο που χρειάζεται μόνιμα εκπαιδευτικούς, αλλά ένα κράτος που επιμένει να μας αντιμετωπίζει ως προσωρινούς.
Η λύση, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο να μάθουμε να τρέχουμε καλύτερα. Βρίσκεται στο να αμφισβητήσουμε γιατί πρέπει να τρέχουμε εξαρχής.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα χρειαζόμαστε μαζικούς μόνιμους διορισμούς, ώστε να καλυφθούν όλες οι πραγματικές ανάγκες των σχολείων. Το πτυχίο και η προϋπηρεσία πρέπει να αποτελούν την αποκλειστική προϋπόθεση για την πρόσβαση στην εργασία και όχι την αφετηρία ενός ατελείωτου αγώνα για τη συγκέντρωση ολοένα και περισσότερων προσόντων. Η μόνιμη και σταθερή εργασία δεν είναι ανταμοιβή για όσες και όσους κατάφεραν να συγκεντρώσουν τα περισσότερα μόρια. Είναι δικαίωμα και πρέπει να κατοχυρώνεται συλλογικά.