Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Παρεμβάσεις ΔΕ: Για τη συνάντηση της ΟΛΜΕ με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘ

Δήλωση των εκπροσώπων των Παρεμβάσεων για τη συνάντηση της ΟΛΜΕ με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘ

Η αντιλαϊκή – αντιεκπαιδευτική πολιτική μπορεί και πρέπει να ανατραπεί!
Δεν μας αιφνιδίασε καθόλου η τοποθέτηση του Υφυπουργού Παιδείας κ. Δεμερντζόπουλου, κατά τη διάρκεια της συνάντησης του με το ΔΣ της ΟΛΜΕ, την Δευτέρα 28 Ιουλίου. Η συνολική στάση – που σημειωτέον είναι δηλωτική της πολιτικής που ακολουθεί η «νέα» ηγεσία του υπουργείου – ήταν, χωρίς πολλές περιστροφές, η συνέχιση και υλοποίηση όλων των μνημονιακών δεσμεύσεων της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου. Απέναντι στα καυτά προβλήματα της εκπαίδευσης που αφορούν τις διαθεσιμότητες και τις απολύσεις των συναδέλφων μας από την τεχνική εκπαίδευση, την αξιολόγηση, τον αντιεκπαιδευτικό νόμο για το Λύκειο καθώς και για το σύνολο των εργασιακών ζητημάτων (διορισμοί, μεταθέσεις, αναπληρωτές κλπ) δήλωσε ορθά – κοφτά πως θα συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση με την προηγούμενη ηγεσία.
Συγκεκριμένα, μας δήλωσε πως δεν πρόκειται να γίνει ούτε ένας διορισμός μόνιμου εκπαιδευτικού και για την τρέχουσα χρονιά, πωςυποχρεωτικά θα προκύψουν απολύσεις από τη «δεξαμενή της διαθεσιμότητας» αλλά και πως ο νέος νόμος για το Λύκειο θα εφαρμοστεί στο ακέραιο, ενώ άφησε ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα (συγχωνεύσεις σχολείων και τμημάτων, αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα μέχρι και το ωράριο των εκπαιδευτικών) για την κάλυψη των χιλιάδων κενών από την επόμενη χρονιά. Χαρακτηριστικό της αναλγησίας της ηγεσίας του Υπουργείου – κατ’ όνομα – Παιδείας ήταν η απαξιωτική στάση του απέναντι στις θέσεις της Ομοσπονδίας.
Από τη μεριά μας, καταθέσαμε για μια ακόμα φορά το πάγιο αίτημά μας να μην απολυθεί ούτε ένας εκπαιδευτικός και να επανέλθουνόλες οι καταργημένες ειδικότητες στα ΕΠΑΛ. Δεν θα επιτρέψουμε έστω και ένας μαθητής να μείνει έξω από το σχολείο. Ο νόμος – λαιμητόμος για το Λύκειο δεν διορθώνεται αλλά ανατρέπεται με μαζικούς πανεκπαιδευτικούς αγώνες. Δεν αποδεχόμαστε σε καμιά περίπτωση την πολιτική που επιβάλλει συγχωνεύσεις και κλείσιμο σχολείων, στοιβάζει τους μαθητές σε υπερτροφικά τμήματα, υπονομεύει και ανατρέπει τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών, γενικεύει τις ελαστικές σχέσεις εργασίας. Δεν αποδεχόμαστε την αξιολόγηση – χειραγώγηση που μετατρέπει τα σχολεία σε σύγχρονες «ρωμαϊκές αρένες» στο όνομα της «καλής βαθμολογίας» καιεπιβάλλει φτώχεια διαρκείας και υποταγή για χιλιάδες εκπαιδευτικούς, ενώ ανοίγει το δρόμο για μελλοντικές απολύσεις.
Είναι προφανές ότι το «κοινωνικό» προσωπείο με το οποίο προσπαθεί να εμφανιστεί η νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα επικοινωνιακά τέχνασμα για να αποκρύψει από τον κλάδο και την κοινωνία, τις πραγματικές στοχεύσεις της κυβέρνησης. Η συνέχιση της βάρβαρης πολιτικής κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ είναι η πηγή όλων των προβλημάτων και όχι η λύση τους.
Σε ότι μας αφορά, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας (εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς) είναι «καζάνι που βράζει». Η ευθύνη για αυτό βαρύνει αποκλειστικά και μόνο τους δήμιους της εκπαίδευσης και του λαού. Η επανάπαυση και ο εφησυχασμός καμία απολύτως θέση δεν εχουν στις τάξεις της ζωντανής εκπαίδευσης. Οι δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικοί, οι στρατιές των μαθητών που εξορίζονται από το σχολείο δεν έχουν να χάσουν τίποτα απολύτως.
Μπροστά στην πλήρη υποταγή στην κυβερνητική πολιτική, στις «εύκολες» και «ανέξοδες» λύσεις των εκλογικών αυταπατών, τα ευχολόγια για την «άλλη κοινωνία», επιλέγουμε το δύσκολο αλλά αναγκαίο δρόμο των μαζικών λαϊκών αγώνων!
Για την υπεράσπιση του Δημόσιου και Δωρεάν Σχολείου!
Για το δικαίωμα στη σταθερή και μόνιμη δουλειά!
Για την ανατροπή της βάρβαρης πολιτικής κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ.
Οργάνωση όλων των εκπαιδευτικών στα σωματεία τους.
Διάταξη των δυνάμεων σε θέσεις μάχης
Η εκπαίδευση μπορεί να νικήσει!
29 Ιούλη 2014
Γιώργος Δεμερδεσλής, Γ. Γραμματέας ΔΣ ΟΛΜΕ

Χρίστος Σόφης, μέλος ΔΣ ΟΛΜΕ

Για τη μετασυνεδρική ΓΣ προέδρων της ΟΛΜΕ

Παρεμβάσεις ΔΕ: για τη μετασυνεδριακή ΓΣ προέδρων της ΟΛΜΕ

Σε μια περίοδο που όλοι οι εργαζόμενοι δέχονται μία πρωτοφανή επίθεση. Με την ΕΕ και το ΔΝΤ να παίζουν το ρόλο του στρατηγείου στην επίθεση, εργασιακά δικαιώματα και κατακτήσεις σαρώνονται. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της τελευταίας τετραετίας μένουν πιστές στη γραμμή της εξαθλίωσης των εργαζομένων, ώστε να μπορέσει να ξεπεράσει ο καπιταλισμός την κρίση του. Στο κέντρο της επίθεσης έχει βρεθεί φυσικά και η εκπαίδευση, που αντιμετωπίζεται πλέον ως «άχρηστη» κοινωνική παροχή, ενώ το εκπαιδευτικό προσωπικό αντιμετωπίζεται απλά ως βαρίδι για τον προϋπολογισμό του κράτους.
Σε ένα τέτοιο συνολικό κλίμα διεξήχθησαν οι εργασίες του 16ου συνεδρίου της ΟΛΜΕ, το οποίο αποφάσισε, όχι μόνο να εισηγηθεί στις συνελεύσεις του Σεπτέμβρη απεργία διαρκείας, αλλά και υιοθέτησε ένα μεγάλο κομμάτι των προτάσεων των Αγωνιστικών Παρεμβάσεων, αλλά και σηματοδότησε και μια σημαντική αλλαγή στους συσχετισμούς του ΔΣ της ΟΛΜΕ. Για πρώτη φορά ΔΑΚΕ –ΠΑΣΚ έχασαν την πλειοψηφία. Με αυτά τα δεδομένα θεωρήσαμε ότι μπορούσε να συγκροτηθεί το ΔΣ της Ομοσπονδίας, για να λειτουργήσει άμεσα και να οργανώσει την απάντηση του κινήματος στην επίθεση που εξελισσόταν με σφοδρότητα (διαθεσιμότητες), υπήρχαν οι αποφάσεις του Συνεδρίου που μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την κατεύθυνση της ομοσπονδίας, εξασφαλίστηκε η δυνατότητα προσφυγής στις ΓΣ για όλα τα σοβαρά ζητήματα, αποκλείστηκαν οι δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού από το προεδρείο. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις συμμετείχαμε στο προεδρείο και πιστεύουμε ότι η επιλογή μας αυτή λειτούργησε θετικά για τη δράση της Ομοσπονδίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ξεπεράστηκαν όλα τα εμπόδια και οι δυσκολίες που προέκυπταν από το συσχετισμό και τις θέσεις των παρατάξεων.
Μετά και τις διαθεσιμότητες του καλοκαιριού, η έναρξη της σχολικής χρονιάς βρήκε τον κλάδο σε αναβρασμό. Οι μαζικές γενικές συνελεύσεις και η απεργία διαρκείας στις πρώτες μέρες της χρονιάς –απεργία που ξεκίνησε με απροσδόκητα μεγάλα ποσοστά, έδειξαν την οργή που διαπερνούσε τον κλάδο και τη δυναμική που μπορούσε να έχει. Το γεγονός ότι η απεργία αυτή έμεινε ανολοκλήρωτη, οφείλεται τόσο στη συνολική πολιτική αδυναμία του κινήματος, αλλά και στη στάση των συνδικαλιστικών παρατάξεων:
ΔΑΚΕ –ΠΑΣΚ δεν μπήκαν καθόλου στον αγώνα. Στην ουσία υπονόμευσαν την απεργία από την πρώτη στιγμή και ούτε μία στιγμή δεν μπήκαν σε αυτή.
Το ΠΑΜΕ κυριαρχούμενο από μια λογική που συμπυκνωνόταν στην εκτίμηση ότι οποιαδήποτε κινητοποίηση δεν πρόκειται να οδηγήσει σε τίποτα άλλο πέρα από μια εκλογική ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο που τα μέλη του μπήκαν στην απεργία, την πολέμησε πολιτικά στις συνελεύσεις και έσπειρε την ηττοπάθεια.
Οι ΣΥΝΕΚ και γενικότερα οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ευθύνη γιατί αντιμετώπισαν την απεργία περισσότερο ως μεμονωμένη εστία έντασης, παρά ως τμήμα ενός γενικότερου ξεσηκωμού ενάντια στην κυβέρνηση. Γι’ αυτό και σε άλλες ομοσπονδίες του δημοσίου δεν πρότειναν αγωνιστικές αποφάσεις με αποτέλεσμα ο χώρος της εκπαίδευσης να μείνει απομονωμένος. Ταυτόχρονα η εκλογική αναμονή που συστηματικά καλλιεργεί ο ΣΥΡΙΖΑ, κάθε άλλο παρά ενίσχυε τις αγωνιστικές διαθέσεις του κόσμου.
Παρόλα που η απεργία έμεινε ημιτελής, μπόρεσε και καθυστέρησε την ορμή της επίθεσης του κράτους. Και μόνο το γεγονός ότι σε μια χρονιά που ξεκινούσε με πλεονάσματα δεν είχαμε σαρωτικές υποχρεωτικές μετακινήσεις, οφείλεται εν πολλοίς σε αυτή την απεργία. Η υπόλοιπη χρονιά συνεχίστηκε με τη μάχη ενάντια στις απολύσεις και την αυτοαξιολόγηση. Και εδώ φάνηκαν όλα τα αντιφατικά χαρακτηριστικά της περιόδου. Οι κινητοποιήσεις ενάντια στις απολύσεις ήταν κατώτερες των περιστάσεων, παρόλα αυτά μπόρεσαν να περιορίσουν την έκταση τους. Η κινητικότητα ενάντια στην αυτοξιολόγηση οδήγησε στην απονομιμοποίηση του θεσμού και σε σημαντικές αντιστάσεις στα σχολεία, παρά τα προβλήματα που εμφανίστηκαν μετά το «εντέλλεσθε» του υπουργείου. Παρόλα αυτά, η μάχη ενάντια για την αξιολόγηση δεν δόθηκε με τους καλύτερους όρους στον κλάδο. Ευθύνες υπάρχουν και στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, που καθυστέρησε σε πρώτη φάση να οργανώσει την απάντηση του κλάδου, αλλά και στο γεγονός ότι συστηματικά εδώ και χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι των συνδικαλιστικών παρατάξεων έχουν καλλιεργήσει στον κλάδο την αυταπάτη ότι μπορεί κάποια στιγμή να υπάρξει η «καλή» αξιολόγηση.
Έτσι σήμερα βρισκόμαστε σε ένα μεταίχμιο στο οποίο η επίθεση στο χώρο της εκπαίδευσης θα συνεχιστεί και εμείς θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε μια σειρά από ζητήματα:
Η εφαρμογή του νόμου 4186/2013 για την αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης που έρχεται να αναπροσαρμόσει συνολικά την εκπαίδευση και να την αντιστοιχίσει με τις επιδιώξεις της αγοράς και των μονοπωλιακών ομίλων, να υπονομεύσει το μορφωτικό περιεχόμενο του δημόσιου σχολείου, να εντείνει τους ταξικούς φραγμούς στην εκπαίδευση, να σπρώξει χιλιάδες μαθητές στη μαθητεία και την κατάρτιση και συνολικά να δημιουργήσει μια γενιά χωρίς προσδοκίες. Παράλληλα οι διαδικασίες αξιολόγησης των μαθητών, η τράπεζα θεμάτων, ο τρόπος υπολογισμού του βαθμού προαγωγής, τα “εκπαιδευτικά αποτελέσματα”, συνδέονται άμεσα με την αξιολόγηση, την ταξική διαφοροποίηση και την κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων, δημιουργεί και όλο το υπόβαθρο για την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων.
Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με στόχο τη διαμόρφωση ενός ασφυκτικού κλίματος φόβου και υποταγής στα σχολεία, και ενός μηχανισμού απολύσεων και μισθολογικής καθήλωσης είναι προ των πυλών. Για το υπουργείο η εφαρμογή της έχει κεντρική σημασία και θα προσπαθήσει να την υλοποιήσει με κάθε τρόπο.
Μαζί με την αξιολόγηση έρχεται και το νέο μισθολόγια στο δημόσιο τομέα Δεν έχουμε καμιά αυταπάτη ότι μπορεί να προκύψει «ανακατανομή των μισθών του δημοσίου προς όφελος των εκπαιδευτικών». Αυτή η αντίληψη εκτός του ότι καλλιεργεί έναν συντεχνιασμό στα όρια του κανιβαλισμού στον κλάδο, αποκρύπτει και ότι στόχος είναι η απόλυτη διάσπαση των εργαζομένων, η δημιουργία μιας κατηγορίας ευνοούμενων υπαλλήλων και η υποβάθμιση των υπόλοιπων και η εμπέδωση του ατομισμού, του ανταγωνισμού, του φόβου και την υποταγής στην εκάστοτε εξουσία. Το μισθολόγιο θα συνδέεται με την αξιολόγηση στη λογική των περικοπών για τους μη αρεστούς και της ενίσχυσης των πιο πιστών στην εξουσία υπαλλήλων.
Η επιχείρηση μείωσης των θέσεων εργασίας, η πλήρης ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και ενδεχομένως και νέες απολύσεις είναι προ των πυλών. Η αύξηση του ωραρίου και οι συγχωνεύσεις των σχολείων θα είναι όπλα σε αυτή την κατεύθυνση.
Το αμέσως επόμενο διάστημα οφείλουμε να κινηθούμε στη κατεύθυνση της προετοιμασίας του κλάδου και της οργάνωσης του για να απαντήσει σε αυτά που έρχονται. Χρειάζεται:
να δημιουργηθεί ένα μεγάλο εκπαιδευτικό, μορφωτικό, αναζωογονητικό ρεύμα εκπαιδευτικών, μαθητών, γονέων, λαϊκών οικογενειών, του κόσμου της εργασίας, με στόχο να επιβάλει με πρακτικά βήματα την κίνηση προς το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Δημόσιο Δωρεάν Σχολείο που από άποψη περιεχομένου, αναλυτικών προγραμμάτων, δομών, λειτουργιών, εκπαιδευτικών μεθόδων, βιβλίων, μέσων και υποστηρικτικών διαδικασιών, θα εξασφαλίζει την ενιαία πρόσβαση όλων των μαθητών στην επιστημονική γνώση, με κριτικό τρόπο, για την ολόπλευρη ανάπτυξη της νέας γενιάς, σ” ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα χωράει όλους τους μαθητές και όλη τη γνώση και θα αποτελεί τη βάση για τη διεκδίκηση αξιοπρεπούς εργασίας. Για να μη γίνει η νέα γενιά γενιά της ανεργίας, της απλήρωτης μαθητείας και της “κοινωφελούς” εργασίας χωρίς εργασιακά δικαιώματα.
να οργανώσουμε τις συλλογικές και τις ατομικές μας αντιστάσεις ενάντια στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Με απεργίες και στάσεις εργασίας, όταν προχωρούν οι διαδικασίες τους, αλλά και με ανυποκοή στην υλοποίησή τους.
να παλέψουμε και ανά σχολείο και διεύθυνση ακόμα, ενάντια στην παραπέρα μείωση των θέσεων εργασίας, τις συγχωνεύσεις σχολείων, τις συμπτύξεις τμημάτων, την αύξηση ωραρίου.
να ετοιμαζόμαστε για αποφασιστικούς αγώνες και συγκρούσεις. Να πάμε με συνελεύσεις από την αρχή της χρονιάς και να αποφασίσουμε κινητοποιήσεις που θα συγκρουστούν και θα ανατρέψουν το κυρίαρχο σχέδιο για την εκπαίδευση.
ΝΑ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ:
Για την επαναπρόσληψη όλων των συναδέλφων που βρίσκονται σε διαθεσιμότητα και ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης για νέες απολύσεις και διαθεσιμότητες. Να επανέλθουν οι τομείς και ειδικότητες που καταργήθηκαν από τη δημόσια ΤΕΕ
Για μείωση του αριθμού των μαθητών σε 20 ανά τμήμα, 15 στις κατευθύνσεις, 10 στα εργαστήρια.. Ενάντια στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, τον εκπαιδευτικό –λάστιχο, την επιχειρούμενη κατάργηση στην πράξη των οργανικών θέσεων και τις υποχρεωτικές μεταθέσεις.
Ενάντια στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και της σχολικής μονάδας. Παλεύουμε για παιδαγωγική ελευθερία και δημοκρατία στο σχολείο.
Ενάντια στην οποιαδήποτε σύνδεση του μισθού με την «αποδοτικότητα» και επαναφορά της ακώλυτης μισθολογικής εξέλιξης. Διεκδικούμε αυξήσεις στους μισθούς ώστε να ζούμε με αξιοπρέπεια.
Για την κατάργηση του νόμου για την αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης. Για ενιαία δωδεκάχρονο σχολείο για όλα τα παιδιά που θα συνδυάζει τη γενική με την τεχνική γνώση, χωρίς εξεταστικούς και ταξικούς φραγμούς.
Ο καιρός δεν μπορεί να χάνεται και οι αυταπάτες δεν χωράνε!

Χωρίς αποφασιστικό αγώνα το ρολόι της ιστορίας θα γυρίσει ακόμα πιο πίσω!

ΤΡΑΠΕΖΑ ΘΕΜΑΤΩΝ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΘΕΜΑΤΩΝ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Συνέντευξη με τη Γιώτα Ιωαννίδου, απερχόμενη εκπρόσωπο των Παρεμβάσεων, στο ΔΣ του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ) της ΟΛΜΕ*

Ποια είναι η εικόνα από την εφαρμογή της Τράπεζας Θεμάτων και του νέου συστήματος προαγωγής, στην Α Λυκείου;

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ΟΛΜΕ, περίπου 24% ή ένας στους τέσσερεις μαθητές της πρώτης τάξης του Γενικού Λυκείου παραπέμπεται σε κάποιο μάθημα το Σεπτέμβρη. Το αντίστοιχο περσινό ποσοστό των μεταξεταστέων ήταν 4,2%.

Στις δηλώσεις του ο Υπουργός Παιδείας, αναγνωρίζει κάποια προχειρότητα στην εφαρμογή της Τράπεζας Θεμάτων. Μάλιστα το Υπουργείο Παιδείας προωθεί τροποποιήσεις και από φέτος.

Η Τράπεζα Θεμάτων και ο σκληρότερος τρόπος προαγωγής των μαθητών είναι η κορυφή του παγόβουνου. Τώρα αλλάζουν τη βάση του δέκα, να ισχύει για το σύνολο του κλάδου μαθηματικών και γλώσσας. Από μια πρόχειρη έρευνα, φαίνεται να επηρεάζει ελάχιστα τα ποσοστά. Αύριο θα ισχυριστούν ότι πρέπει τα θέματα να γίνουν ίδια για όλους τους μαθητές και να διορθώνονται από σώμα βαθμολογητών. Η Τράπεζα Θεμάτων, όπως γράφει η μελέτη του ΟΟΣΑ (2011)–που αποτελεί τον οδηγό πλεύσης του υπουργείου Παιδείας- εντάσσεται στην ανάπτυξη συστήματος τυποποιημένης αξιολόγησης και στην Ελλάδα. Ενός συστήματος όπου οι λεγόμενες επιδόσεις των μαθητών σε πρότυπα τεστ, θα αποτελούν μέτρο επίδοσης των σχολείων και των εκπαιδευτικών.  Έτσι θα χαρακτηρίζονται τα καλά και κακά σχολεία και στο επόμενο βήμα οι γονείς θα «επιλέγουν» το σχολείο των παιδιών τους, τα οποία θα ακολουθεί και η οικονομική ενίσχυση μέσω των γνωστών κουπονιών (vouchers). Πρόκειται για το σκληρό σύστημα τυποποιημένης αξιολόγησης που ακολουθείται σε ΗΠΑ και αγγλοσαξονικές χώρες, αλλά και στην πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ.
Έτσι, με το εργαλείο της αξιολόγησης επιδόσεων κυβέρνηση, από τη μια,  θα οδηγεί σε μαζικό διωγμό των πιο φτωχών μαθητών από το Λύκειο προς τη μεταγυμνασιακή κατάρτιση και τη μαθητεία – τζάμπα εργασία για τον εργοδότη. Από την άλλη, ο στόχος για όλους, είναι να πορευτούν στην εκπαίδευση και τη ζωή εσωτερικεύοντας την αίσθηση του σήμερα ή  αύριο «χαμένου». Το σχολείο αντί να ενθαρρύνει και να αναπτύσσει, θα καθηλώνει και θα απορρίπτει. Το «λάθος», από παιδαγωγικό εργαλείο μάθησης, γίνεται εφιάλτης.

Και γιατί είναι κακό να μετρά κανείς τις επιδόσεις των μαθητών, των εκπαιδευτικών και των σχολείων;
Ας μιλήσουμε με βάση τις επίσημες μελέτες για ΗΠΑ, Αγγλία και τα ευρήματά τους. Στα σχολεία, μετά την εφαρμογή των τυποποιημένων τεστ, όλη η διδασκαλία προσαρμόστηκε σ΄αυτό. Οι καθηγητές έκαναν περισσότερο εκγύμναση σε τεστ και λιγότερο δίδασκαν επιστημονικά αντικείμενα. Μειώθηκε ο χρόνος διδασκαλίας των μαθημάτων, που δεν εξετάζονταν. Το άγχος και η απόρριψη των μαθητών πολλαπλασιάστηκε και γρήγορα μετατράπηκε σε εγκατάλειψη του σχολείου, από τα πιο φτωχά παιδιά. Σχολεία δέχονταν μόνο καλούς μαθητές, για να μην χαλάσουν την επίδοσή τους αλλά και εκπαιδευτικοί χώριζαν τους μαθητές τους σε «ασφαλείς περιπτώσεις – κατάλληλες για θεραπεία – απελπιστικές» και ασχολούνταν κυρίως με τη δεύτερη κατηγορία. Τα σχολεία κατατάχθηκαν σε πολλές κατηγορίες ανάλογα με τις επιδόσεις των μαθητών σε «υποδειγματικά, αναγνωρίσιμα, αποδεκτά και απαράδεκτα». Αυτή η κατηγοριοποίηση συνδέθηκε με αμοιβή πρόσθετης χρηματοδότησης ή ποινές που οδήγησαν σε κλείσιμο πολλών σχολείων. Πολλοί καθηγητές παράτησαν το επάγγελμα.

Κοντά σε όλα αυτά,  ο τομέας των εξετάσεων υπήρξε λαμπρό πεδίο κερδών για τον ιδιωτικό τομέα, όχι κυρίως μέσω φροντιστηρίων όπως εδώ, αλλά με τους «έγκυρους και αξιόπιστους» οργανισμούς που αναλαμβάνουν τα θέματα, τη διεξαγωγή, τη διόρθωση.

Η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ υποστηρίζουν ότι τα αποτελέσματα αυτά ίσα – ίσα δείχνουν τις ευθύνες των καθηγητών. Και μάλιστα γι αυτό αντιδρούν στην εφαρμογή της αξιολόγησης τους.

 «Το να κατηγορούμε τους καθηγητές για τα άσχημα αποτελέσματα στα τεστ, σε αστικά σχολεία με υψηλά ποσοστά φτωχών και σαφώς μη προνομιούχων μαθητών … είναι σα να κατηγορούμε έναν αγρότη, επειδή είχε κακή συγκομιδή μετά από περίοδο ξηρασίας. Είναι σα να κατηγορούμε έναν οδηγό λεωφορείου επειδή δεν τήρησε τα δρομολόγια, ενώ μεγάλο μέρος της διαδρομής που έπρεπε να διανύσει ήταν πλημμυρισμένη», έγραφε γιος εκπαιδευτικού, ενός δημόσιου σχολείου του Σικάγο.
Η κατάσταση στην εκπαίδευση δεν είναι καλή και το ξέρουν όλοι, πρώτα από όλα καθηγητές και μαθητές. Χρόνια λιτότητα, όλο και περισσότεροι μαθητές στοιβαγμένοι σε τάξεις, ελλείψεις εκπαιδευτικών και τρέξιμο των υπαρχόντων σε τρία και τέσσερα σχολεία με μειώσεις μισθών. Με περιεχόμενα που όλο και περισσότερο αντιμετωπίζουν το μαθητή σαν κουβά πληροφοριών που πρέπει να γεμίσει, με λίγα ή ανύπαρκτα πειράματα, ή ζωντανή επαφή με την τεχνολογία, με ιστορία, τέχνες και πολιτισμό στο περιθώριο, ελεύθερο χρόνο και παιχνίδι ανύπαρκτα. Με ένα Λύκειο λοβοτομημένο αφού το τελείωμά του συνοδεύεται από τις ανταγωνιστικές πανελλαδικές της αποστήθισης. Δεν αναπτύσσεται δημιουργικότητα έτσι, ούτε σκέψη, ούτε κοινωνικοποίηση. Το υπουργείο Παιδείας πληρώνει 1,5 εκατ. ευρώ για να φτιάξει την Τράπεζα Θεμάτων, ενώ του λείπουν καθηγητές μέχρι το Φλεβάρη. Δεν ενδιαφέρεται για το πώς θα πάρει μέτρα ώστε όλοι οι μαθητές «να μπορέσουν» αλλά να ενσωματώσουν μέσω «αξιόπιστων» εξετάσεων ότι «δεν μπορούν».
Καμιά ‘’μεταρρύθμιση’’ όμως  δεν μακροημέρευσε αν δεν είχε την ανοχή των εκπαιδευτικών, των μαθητών, της κοινωνίας. Εδώ έρχεται η αξιολόγηση σαν μέσο επιβολής κι ελέγχου.  Είναι προς τιμή των εκπαιδευτικών που αντιδρούν και ανάγκασαν την κυβέρνηση να στέλνει «εντέλλεσθε» και να «κρύβεται» για να κάνει σεμινάρια διευθυντών, αφού όσα γίνονταν δημοσίως ακυρώθηκαν από κινητοποιήσεις.

Συχνά κατηγορείται το εκπαιδευτικό κίνημα, ότι ενδιαφέρεται μόνο για τα «προνόμια» των εκπαιδευτικών και δεν έχει καμιά πρόταση για το σχολείο.
Κοιτάξτε οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αποκλειστικά ένοχοι, ούτε βέβαια ολοκληρωτικά αθώοι. Οι συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών είναι συνθήκες μάθησης των μαθητών. Εκπαιδευτικός πεινασμένος, ανασφαλής, φοβισμένος, χωρίς παιδαγωγική ελευθερία, αξιοπρέπεια και επιστημονική συζήτηση , δηλαδή κυβερνητικός υπάλληλος, εφαρμοστής εντολών δεν μπορεί να είναι καλός δάσκαλος. Όλο το προηγούμενο διάστημα όσο παλεύαμε, τόσο αυξάνονταν οι «δάσκαλοι» και χαμήλωναν οι «κοιτάω τη δουλίτσα μου». Με το πάθος, την αυτοθυσία και το μεράκι αυτών των αγωνιστών δασκάλων κρατήθηκε όρθια η εκπαίδευση. Είναι αυτοί οι «δάσκαλοι που θυμάστε».
Αυτή είναι η πρώτη μας θέση – στάση.
Η δεύτερη είναι η ριζοσπαστική άρνηση αυτού που μας προσφέρουν, του σχολείου της αγοράς, το τόσο παλιό με τον μανδύα του νέου και των κανόνων του. Δηλαδή το σχολείο για τους λίγους που πληρώνουν και τα πρότυπα της αριστείας και τα ιδιωτικά εκκολαπτήρια των πλούσιων γόνων. Ο γιος του εργάτη όχι γιατρός αλλά δούλος – ωφελούμενος και άνεργος – μετανάστης. Λέμε στους μαθητές μας. Αξίζετε πολλά. Μην πιστέψετε αυτούς που θα σας πούνε ότι εσείς δεν κάνετε για τα γράμματα και τα ψηλά πετάγματα. Απαιτείστε, διεκδικήστε, πάρτε τα.
Η τρίτη αφορά το σχολείο που απαιτούμε σήμερα, που αμφισβητεί το ρόλο του υπάρχοντος στην αναπαραγωγής της αστικής εξουσίας και των κοινωνικών τάξεων γνωρίζοντας ότι θα μας πάει στον μέλλοντα χρόνο μιας κοινωνίας απελευθερωμένης από τα δεσμά του καπιταλιστικού κέρδους και την μακροημέρευση της ΕΕ και του κεφαλαίου. Άρα το θέλουμε ενιαίο, όχι άλλος για τέχνη κι άλλος για γράμματα. Δημόσιο, όχι να πηγαίνει όποιος έχει να πληρώνει. Δωρεάν, γιατί είναι δικαίωμα χιλιοπληρωμένο από τον ιδρώτα του κόσμου. Δωδεκάχρονο, γιατί τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην ολόπλευρη μόρφωση, βάση της εργασίας και του πολιτισμού και όχι μόνο σε πέντε πληροφορίες για να τους πει τα υπόλοιπα ο εργοδότης. Η κυβέρνηση, η ΕΕ και το ΔΝΤ, το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα του κεφαλαίου, οι «ελιές», τα «ποτάμια» και οι «Χρυσές Αυγές» του σκοταδισμού, συμπλέουν σε ένα μοτίβο: την υποταγή των μορφωτικών, απελευθερωτικών δυνάμεων της εκπαίδευσης και της εργασίας στο καπιταλιστικό κέρδος.  Όμως,  η «ελευθερία» του ανταγωνισμού και της αγοράς, είναι η σκλαβιά της κοινωνίας, των εργαζόμενων και των παιδιών τους. Στο σχολεία που αυτοί θέλουν,  θα πηγαίνει κανείς ανάλογα με το βαλάντιό του. Αν δεν έχεις δεν ψωνίζεις ή καλύτερα ψωνίζεις ανάλογα με το πορτοφόλι σου. 
Εμείς παλεύουμε για  ένα δημόσιο, δωρεάν, ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο για όλα τα παιδιά, χωρίς εξεταστικούς φραγμούς που αποδεικνύουν στους μαθητές ότι «δεν μπορούν», αλλά με μέτρα «για να μπορέσουν». Θέλουμε μια εκπαίδευση που θα αντιμετωπίζει κάθε παιδί ως ένα σύνολο από δυνατότητες και κλίσεις, που πρέπει να φέρει στην επιφάνεια και να καλλιεργήσει, συνδέοντας τα οργανικά με επιστημονική γνώση, αξίες, ιστορία, κριτήρια ελευθερίας, συλλογικότητας και δημοκρατίας των κοινωνικών αναγκών. Γιατί κάθε παιδί αξίζει. Και πρέπει να του εξασφαλίσουμε, να παίξει, να μάθει, να εργαστεί, να ερωτευτεί, να ζήσει και να ευτυχίσει προς όφελος της κοινωνίας ολόκληρης.

*δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ 6/7/2014